σελήνη

ἡ σελήνη месяц, луна

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σελήνη" в других словарях:

  • Σελήνη — the moon fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελήνῃ — Σελήνη the moon fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελήνη — (Αστρον.). Ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης. Τα γενικά γνωρίσματα του ήταν γνωστά από την αρχαιότητα στους αστρονόμους, τα γεωλογικά όμως και φυσικά χαρακτηριστικά του μόλις τώρα αρχίζουν να αποκαλύπτονται με τα στοιχεία που πρόσφεραν οι… …   Dictionary of Greek

  • σελήνη — η 1. φεγγάρι: Έκλειψη σελήνης. 2. «σελήνη του μέλιτος», ο μήνας του μέλιτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σελήνη — [сэлини] ουσ. Θ. луна …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αμητού, Σελήνη — (Αστρον.). Η πανσέληνος που συμπίπτει με τη φθινοπωρινή ισημερία. Την περίοδο αυτή η ημερήσια επιβράδυνση της ανατολής της Σελήνης στο βόρειο ημισφαίριο είναι μικρότερη από οποιασδήποτε άλλης πανσελήνου του έτους. Συγκεκριμένα, η Σελήνη ανατέλλει …   Dictionary of Greek

  • Σελήνηι — Σελήνῃ , Σελήνη the moon fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Селена — (Σελήνη) одно из божеств греческой мифологии, известное также под именем Мене. Благодаря тому, что оба имени богини, особенно первое из них, сохраняли в греческ. языке свое нарицательное значение Луны, месяца, подлинный смысл эпитетов и атрибутов …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • СЕЛЕНА —    • Σελήνη, Μήνη,          Luna, богиня луны, дочь Гипериона и Феи (Hesiod. theog. 371), сестра Гелиоса и Эос, по происхождению титанка ( Τιτηνίς, Titinia), называемая также Фэбою, как сестра бога солнца Фэба. Verg. Aen. 10, 216. У Гомера она не …   Реальный словарь классических древностей

  • Σεληνῶν — Σελήνη the moon fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνῶν — σελήνη the moon fem gen pl σεληνάζω to be moonstruck fut part act masc voc sg σεληνάζω to be moonstruck fut part act neut nom/voc/acc sg σεληνάζω to be moonstruck fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.